οἰκονομικός


οἰκονομικός
3 способный управлять хозяйством, хороший хозяин

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "οἰκονομικός" в других словарях:

  • οἰκονομικός — practised in the management of a household masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οικονομικός — ή, ό θηλ. και ιά (ΑΜ οἰκονομικός, ή, όν) [οικονόμος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην οικονομία (α. «οικονομική μελέτη» β. «η οικονομική κατάσταση όσο πάει και χειροτερεύει») 2. (για πρόσ.) συντηρητικός στις δαπάνες του, φειδωλός, λιτός… …   Dictionary of Greek

  • οικονομικός — [икономикос] επ. экономический …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • οικονομικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην οικονομία ή τα οικονομικά: Οικονομική Εφορεία. 2. αυτός που κοστίζει λίγο, ο φτηνός: Η ζωή στην επαρχία είναι πιο οικονομική. 3. (ουσ.) οικονομική, η οικονομολογία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οικονομικός κύκλος — Σειρά εναλλασσόμενων φάσεων ανάπτυξης και συστολής της οικονομικής δραστηριότητας από άποψη κέρδους και απασχόλησης. Για πρώτη φορά στην οικονομική φιλολογία διατύπωσε σκέψεις σχετικά με τον ο.κ., το 1828, ο Ουίλαρντ Φίλιπς· μόνο όμως το 1860… …   Dictionary of Greek

  • οἰκονομικά — οἰκονομικός practised in the management of a household neut nom/voc/acc pl οἰκονομικά̱ , οἰκονομικός practised in the management of a household fem nom/voc/acc dual οἰκονομικά̱ , οἰκονομικός practised in the management of a household fem nom/voc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκονομικώτερον — οἰκονομικός practised in the management of a household adverbial comp οἰκονομικός practised in the management of a household masc acc comp sg οἰκονομικός practised in the management of a household neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκονομικῶν — οἰκονομικός practised in the management of a household fem gen pl οἰκονομικός practised in the management of a household masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκονομικόν — οἰκονομικός practised in the management of a household masc acc sg οἰκονομικός practised in the management of a household neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκονομικώτατα — οἰκονομικός practised in the management of a household adverbial superl οἰκονομικός practised in the management of a household neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκονομικώτατον — οἰκονομικός practised in the management of a household masc acc superl sg οἰκονομικός practised in the management of a household neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)